Κάπως έτσι έγιναν τα πράγματα,
Έβαλε το σημειωματάριό του στην τσάντα, εκείνη της πλάτης που συνηθίζουν να κουβαλούν συντηρητικά ντυμένοι γερμανοί.
Το τζιν σακουλιάζει στη μέση, αλλά είναι γοητευτικός.
Δεν είναι σίγουρος.
Θα το πει. Όχι δε θα το πει.
Γιατί να το πει, τί έγινε εξάλλου; Αφού δεν υπάρχει αντίδραση ξεκάθαρη γιατί να ανοίξει κουβέντα;
Το βήμα ασταθές, ίδιο με την αβεβαιότητα στα νεύρα των καρπών.
"Ένα παιδί που χορεύει δεν παίρνει τα πράγματα τόσο σοβαρά, θα το δεχτεί καλά. Δεν το βλέπεις, είναι αλλού το μυαλό του, έχει να ασχοληθεί και με τόσα αυτήν την περίοδο, θα το προσπεράσει εύκολα, άρα".
Είναι στα ρούχα του πάνω γραμμένο να μην προκαλεί πρόβλημα.
Είναι στα ρούχα του ραμμένο να πηγαίνει στα δοκιμασμένα.
Γι αυτό είναι αλύγιστη η πλάτη
και λεπτός ο λαιμός του.
Έκανε να βγάλει το σημειωματάριο από την τσάντα.
Το τσιμέντο το κουμαντάρει πιο εύκολα, την αισθητική όχι.
Βάζει το πράσινο τσάι να γίνεται , μιλάει με τον Κ. "Εμείς αγαπάμε την ελευθερία κι η ελευθερία θέλει κανόνες, το ακανόνιστο δεν είναι ελεύθερο, μεταλλικές γυναίκες το απέδειξαν αυτό στην ιστορία κι ας λένε οι μοντέρνοι ό,τι θέλουν"
Στον καθρέφτη έχει δοκιμάσει χαμόγελα κι επέλεξε ένα. Στην τουαλέτα δοκίμασε τονικότητες και προσάρμοσε κάθε μια στο κάθε τί.
Σ' εκείνο το γέμισμα του φεγγαριού, εκείνο το βράδυ όλα έγιναν καλά, όχι τόσο ωραία αλλά βολικά. Εντάξει τα ρούχα του ήταν τα σωστά, έχει κι ωραία βραδιά. Έπρεπε να γίνει έτσι.
Βήματα από τρέξιμο κροτίδες.
Γυρίζει. Μάτια σμαράγδια, το γιγάντιο σκουλήκι σκίζει το στέρνο του παιδιού. Βλέπει το ζωντανό τους προϊόν. Τρομάζει.
Το τέρας πετάει βέλη από πριν ματωμένα και του λερώνει τα ρούχα.
Αίμα και στο λευκό του δόντι. Το πολιτικό χαμόγελο παραμένει, αλλά το δέρμα γύρω απ' το στόμα ρυτιδιάζει σαστισμένο.
"Ώρα για καταστολή, ώρα για καταστολή, κάτι δεν υπολόγισα σωστά!"
Το παράσιτο τινάζεται. Το παιδί τρέμει στον πόνο.
Με μικρή φωνή προσπαθεί να προκαλέσει μιαν αλήθεια.
Ο κόκκυγας γίνεται τόξο που αγκυρώνει στη γη, το κεφάλι φεύγει προς τα πάνω και σ' αυτήν την έκταση, το πόδι σκαλίζει το χώμα να γίνει ρίζα.
Αυτός που αγαπάει την ελευθερία αρχίζει το χορευτικό της αμηχανίας, ακανόνιστες κινήσεις και μικρά πηδηματάκια με τινάγματα.
-"Ίσως", "όχι σίγουρα", "δεν"
-"Για πάντα", "ποτέ ξανά", "δεν"
Κι η σιωπή επιστρέφει εκδηλωμένη πια.
Ξανάβαλε το σημειωματάριο στην τσάντα, να την ανοίγει, να την κλείνει όπως πάντα με τα ίδια λόγια.
Του παιδιού το τέρας έμεινε μέσα, γιατί μια ανάσα του 'τυχε να πάρει και μια βαθιά εκπνοή να ξεφορτίσει. Στο θεραπευτικό του άφημα, του 'κλεισε τη μύτη, από το πολύ "ίσως" που είχε βάλει τα ρούχα του "ναι".
Από τότε στο τσάι λένε για το τέρας παράσιτο, που τί καλά που ήρθαν έτσι τα πράγματα.